χαλαρός
επίθετο1. Που δεν είναι σφιχτός ή τεντωμένος, αφήνοντας χώρο για κίνηση ή ρύθμιση (π.χ. ρούχο, σχοινί).
2. Που χαρακτηρίζεται από μειωμένη ένταση ή άγχος στην ψυχική κατάσταση, με ηρεμία και ελεύθερη έκφραση της συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
ήρεμος χαλαρωμένος ανέμελος ξένοιαστος φαρδύς άνετος ατάραχος αμέριμνος ελαστικός ανεκτικός επιεικής ήπιος διαλλακτικός χύμα κουλ απροβλημάτιστος ανάλαφρος αναπαυμένος ανευθύνος εύκολος ηρεμημένος υποτονικός ήσυχος ελαφρύς μαλακός αμελής ανεπίσημος ξεκούραστος περιστασιακός χαλαρωτικός απρόσεκτος τεμπέλης νωχελικός αργός ελεύθερος γαλήνιος ευδιάθετος μαλθακός νωθρός προσιτός ψύχραιμος ανοιχτός ειρηνικός ανεύθυνος άτυπος ήμερος αυτοπεποίθητος δεκτικός επιπόλαιος ηρεμικός συγχωρητικός συναινετικός ξέγνοιαστος
Αντώνυμα
τεταμένος σφιχτός σφιγμένος αυστηρός στενός αγχωμένος άκαμπτος σφριγηλός ανήσυχος έξαλλος αγχώδης εξοντωτικός οργισμένος περιοριστικός πιασμένος προβληματισμένος σπαστικός στρεσαρισμένος συμπαγής νευρικός επιμελής απαιτητικός σοβαρός ελεγκτικός σκληρός προσεκτικός εντατικός αγανακτισμένος αγωνιώδης αμήχανος απειλητικός εκνευρισμένος επιτακτικός ζόρικος στέρεος στερεός στιβαρός σφοδρός θυμωμένος αναστατωμένος έντονος κολλημένος ταραγμένος αγριεμένος ανελαστικός ενεργητικός θορυβημένος ιδιότροπος καταιγιστικός πανικόβλητος στενό σχολαστικός τρομαγμένος υστερικός μαζεμένος δραστήριος εργατικός ακριβής ελεγχόμενος επίσημος ευσυνείδητος λεπτομερής ταραχώδης βαρύς παρανοϊκός ντροπαλός άναυδος απασχολούμενος αυταρχικός δυσαρεστημένος επιλεκτικός καθορισμένος σβέλτος συγχυσμένος φανατικός τσαντισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χαλαρός φίλος μου δεν αγχώνεται ποτέ.
- Το μπλουζάκι είναι χαλαρό πάνω της.
- Ο καθηγητής ήταν χαλαρός με τις προθεσμίες.
- Η ατμόσφαιρα στο γραφείο είναι χαλαρή σήμερα.
- Οι βίδες είχαν γίνει χαλαρές και χρειάστηκε να τις σφίξω.