ευδιάθετος
επίθετοΠου έχει καλή διάθεση και εκδηλώνει ευχάριστη, ζωηρή ή φιλική συμπεριφορά προς τους άλλους.
Συνώνυμα
χαρούμενος κεφάτος χαρωπός εύθυμος καλοδιάθετος πρόσχαρος ευτυχισμένος γελαστός χαμογελαστός ανέμελος ξένοιαστος ανεβασμένος ευφρόσυνος ζωηρός αισιόδοξος χαλαρός αναζωογονημένος ευμενής ευχαριστημένος
Αντώνυμα
δυσδιάθετος σκυθρωπός μελαγχολικός θλιμμένος μουτρωμένος κατσούφης καταθλιπτικός πικραμένος δύστροπος κατσουφιασμένος στενοχωρημένος θυμωμένος αγχωμένος αναστατωμένος γκρινιάρης απογοητευμένος δυστυχής εκνευρισμένος μουντός θλιβερός λυπημένος απαρηγόρητος δυστυχισμένος καταρρακωμένος οργισμένος πένθιμος στεναχωρημένος απελπισμένος εξαντλημένος καημένος αγριεμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι ευδιάθετος σήμερα.
- Μετά τον καφέ, η Μαρία έγινε ευδιάθετη.
- Παρά το άσχημο νέο, ο Πέτρος παρέμεινε ευδιάθετος.
- Οι συνάδελφοι ήταν όλοι ευδιάθετοι στη συνάντηση.
- Το κλίμα στην εκδήλωση ήταν ευδιάθετο, γεμάτο χαρά και γέλια.