ευδιάθετος

επίθετο

Που έχει καλή διάθεση και εκδηλώνει ευχάριστη, ζωηρή ή φιλική συμπεριφορά προς τους άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης είναι ευδιάθετος σήμερα.
  • Μετά τον καφέ, η Μαρία έγινε ευδιάθετη.
  • Παρά το άσχημο νέο, ο Πέτρος παρέμεινε ευδιάθετος.
  • Οι συνάδελφοι ήταν όλοι ευδιάθετοι στη συνάντηση.
  • Το κλίμα στην εκδήλωση ήταν ευδιάθετο, γεμάτο χαρά και γέλια.