ακριβής
επίθετο1. Που αποδίδει ή προσδιορίζει κάτι με μεγάλη ακρίβεια, χωρίς σημαντική απόκλιση από την πραγματική ή την επιδιωκόμενη τιμή ή κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανακριβής λανθασμένος λάθος άστοχος εσφαλμένος παραπλανητικός ασαφής αόριστος προσεγγιστικός αβέβαιος ψευδής γενικός ακαθόριστος αμελής αναληθής ασάφης αδρός χονδρός χαλαρός θολός
Παραδείγματα χρήσης
- Η ακριβής μέτρηση του χρόνου είναι σημαντική για το πείραμα.
- Ο Μιχάλης είναι πάντα ακριβής στα ραντεβού του.
- Το ακριβές αποτέλεσμα δείχνει ότι η υπόθεση ήταν σωστή.
- Οι ακριβείς μετρήσεις είναι απαραίτητες πριν από τη δημοσίευση.
- Χρειαζόμαστε την ακριβή περιγραφή των συμπτωμάτων.