ακριβής

επίθετο

1. Που αποδίδει ή προσδιορίζει κάτι με μεγάλη ακρίβεια, χωρίς σημαντική απόκλιση από την πραγματική ή την επιδιωκόμενη τιμή ή κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ακριβής μέτρηση του χρόνου είναι σημαντική για το πείραμα.
  • Ο Μιχάλης είναι πάντα ακριβής στα ραντεβού του.
  • Το ακριβές αποτέλεσμα δείχνει ότι η υπόθεση ήταν σωστή.
  • Οι ακριβείς μετρήσεις είναι απαραίτητες πριν από τη δημοσίευση.
  • Χρειαζόμαστε την ακριβή περιγραφή των συμπτωμάτων.