επίσημος
επίθετο1. Που εκδίδεται, εγκρίνεται ή προέρχεται από αρμόδια αρχή ή θεσμικό φορέα και έχει νομική ή τυπική ισχύ.
2. Που χαρακτηρίζει τελετές, πρωτόκολλα ή πράξεις με τυπικό, καθιερωμένο και σεβάσμιο τρόπο συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
θεσμικός κρατικός κυβερνητικός δημόσιος εγκεκριμένος εξουσιοδοτημένος πιστοποιημένος νόμιμος επικυρωμένος επισημοποιημένος διαπιστευμένος διαπιστωμένος αναγνωρισμένος καθιερωμένος αξιωματικός σοβαρός παραδεδεγμένος τυπικός τελετουργικός επισημασμένος αυθεντικός συμβατικός ευπρεπής μεγαλοπρεπής γιορτινός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επίσημος λόγος του δημάρχου θα γίνει στις οκτώ.
- Η επίσημη τελετή έναρξης θα πραγματοποιηθεί αύριο.
- Παρουσίασε το επίσημο έγγραφο στον υπάλληλο.
- Οι επίσημοι προσκεκλημένοι κάθισαν μπροστά.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε τα επίσημα αποτελέσματα του διαγωνισμού.