απασχολούμενος
επίθετο1. Που ασκεί εργασία ή έχει επαγγελματική απασχόληση.
2. Που ασχολείται με κάποια δραστηριότητα, καθήκον ή έργο και δεν διαθέτει ελεύθερο χρόνο.
3. Που καταλαμβάνεται από σκέψεις, μέριμνες ή άλλη πνευματική απασχόληση.
Συνώνυμα
εργαζόμενος απασχολημένος ενασχολούμενος ασχολούμενος υπάλληλος μισθωτός επαγγελματίας κατειλημμένος ενασχολημένος πολυπασχολημένος φορτωμένος πιασμένος δεσμευμένος εμπλεκόμενος εργάτης συνεργάτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο απασχολούμενος σε ιδιωτική εταιρεία έχει δικαίωμα σε ετήσια άδεια.
- Η απασχολούμενη δασκάλα εργάζεται πολλές ώρες την εβδομάδα.
- Οι απασχολούμενοι στον τουρισμό δουλεύουν κυρίως το καλοκαίρι.
- Επειδή ήταν απασχολούμενος, δεν πρόλαβε να πάει στο ραντεβού.
- Στα επίσημα στοιχεία, οι απασχολούμενοι και οι άνεργοι καταγράφονται ξεχωριστά.