αγχωμένος
επίθετοΠου αισθάνεται έντονη ανησυχία ή νευρική ένταση λόγω φόβου, πίεσης ή αβεβαιότητας, εκδηλώνοντας δυσκολία χαλάρωσης και συγκέντρωσης.
Συνώνυμα
ανήσυχος στρεσαρισμένος αγχώδης νευρικός τεταμένος αγωνιώδης ταραγμένος αναστατωμένος θορυβημένος φοβισμένος πανικοβλημένος πιεσμένος κλονισμένος σφιγμένος αμήχανος διστακτικός ευερέθιστος δειλιάρης πανικόβλητος τρομαγμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι αγχωμένος πριν τις εξετάσεις.
- Ο πατέρας εμφανίστηκε αγχωμένος όταν άκουσε τα νέα.
- Ο αγχωμένος ασθενής δεν μπορούσε να ηρεμήσει στο ιατρείο.
- Ο εργαζόμενος έμεινε αγχωμένος μέχρι να λυθεί το πρόβλημα.
- Ο οδηγός ήταν αγχωμένος, έκανε απότομα φρένα και δεν μιλούσε.