αυτοπεποίθητος

επίθετο

Που διαθέτει εμπιστοσύνη στις ικανότητες και στην αξία του, εκδηλώνοντας σιγουριά και αποφασιστικότητα στη συμπεριφορά και στον λόγο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος είναι αυτοπεποίθητος.
  • Μπήκε στη σκηνή αυτοπεποίθητος και κέρδισε αμέσως το κοινό.
  • Το καινούριο του παλτό τον έκανε να νιώθει αυτοπεποίθητος.
  • Παρόλο που ήταν έτοιμη, δεν φαινόταν αυτοπεποίθητη στη συνέντευξη.
  • Οι νέοι υπάλληλοι δείχνουν αυτοπεποίθητοι όταν παρουσιάζουν τα σχέδιά τους.