χαλαρωμένος
επίθετο1. Που δεν είναι σφιχτός ή τεταμένος, για αντικείμενα ή μέρη του σώματος, και παρουσιάζει ελεύθερη, χαλαρή στάση ή δομή.
2. Που εμφανίζει ή βιώνει μειωμένη ψυχική ή συναισθηματική ένταση, χωρίς άγχος ή ανησυχία, και δείχνει άνεση ή γαλήνη.
Συνώνυμα
χαλαρός ήρεμος ηρεμημένος αποφορτισμένος άνετος ατάραχος ψύχραιμος αναπαυμένος ανακουφισμένος ξεκουρασμένος κουλ ανάλαφρος
Αντώνυμα
αγχωμένος σφιγμένος τεντωμένος νευρικός ανήσυχος στρεσαρισμένος ταραγμένος εκνευρισμένος επιβαρυμένος σφιχτός φορτωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος ένιωσε χαλαρωμένος μετά το μασάζ.
- Ο σκύλος φαίνεται χαλαρωμένος όταν κοιμάται στο κρεβάτι του.
- Μετά τις διακοπές, ο εργαζόμενος επέστρεψε χαλαρωμένος στην καθημερινότητα.
- Ο ιμάντας της ζώνης είναι χαλαρωμένος και χρειάζεται σφίξιμο.
- Ο φίλος μου ήταν τόσο χαλαρωμένος που δεν αγχώθηκε καθόλου για τις εξετάσεις.