δυσαρεστημένος
επίθετοΠου νιώθει ή εκφράζει έλλειψη ικανοποίησης ή ευχαρίστησης λόγω απογοήτευσης, δυσφορίας ή προσβολής.
Συνώνυμα
ενοχλημένος ανικανοποίητος εκνευρισμένος τσαντισμένος απογοητευμένος θιγμένος πικραμένος μουτρωμένος παραπονεμένος αγανακτισμένος κατσουφιασμένος πλήγωμένος στενοχωρημένος λυπημένος οργισμένος θυμωμένος αηδιασμένος μελαγχολικός σκυθρωπός γκρινιάρης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος ήταν δυσαρεστημένος με την έκβαση της συνάντησης.
- Η Μαρία έμεινε δυσαρεστημένη από την εξυπηρέτηση του εστιατορίου.
- Οι πελάτες έγιναν δυσαρεστημένοι όταν ακυρώθηκε η αποστολή.
- Το αποτέλεσμα των εξετάσεων τον άφησε δυσαρεστημένο.
- Η επιτροπή δήλωσε ότι είναι δυσαρεστημένη με την απόφαση.