δυσαρεστημένος

επίθετο

Που νιώθει ή εκφράζει έλλειψη ικανοποίησης ή ευχαρίστησης λόγω απογοήτευσης, δυσφορίας ή προσβολής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος ήταν δυσαρεστημένος με την έκβαση της συνάντησης.
  • Η Μαρία έμεινε δυσαρεστημένη από την εξυπηρέτηση του εστιατορίου.
  • Οι πελάτες έγιναν δυσαρεστημένοι όταν ακυρώθηκε η αποστολή.
  • Το αποτέλεσμα των εξετάσεων τον άφησε δυσαρεστημένο.
  • Η επιτροπή δήλωσε ότι είναι δυσαρεστημένη με την απόφαση.