φαρδύς
επίθετο1. Που έχει μεγάλο πλάτος ή διάσταση από τη μία πλευρά στην άλλη σε σχέση με το μήκος ή το συνηθισμένο, για αντικείμενα, χώρους ή επιφάνειες.
2. Που αφήνει άφθονο χώρο γύρω από το σώμα όταν αναφέρεται σε ρούχα ή εφαρμογές, δεν εφαρμόζει σφικτά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τραπέζι στην κουζίνα είναι φαρδύ.
- Έβαλε ένα φαρδύ παντελόνι γιατί ήθελε άνεση.
- Ο φαρδύς δρόμος οδηγεί στο χωριό.
- Η φούστα ήταν φαρδιά και άνετη.
- Χαμογέλασε με φαρδύ χαμόγελο όταν τον είδε.
- Η διαφορά στην ψηφοφορία ήταν φαρδιά.