ντροπαλός
επίθετοΠου δείχνει διστακτικότητα και επιφυλακτικότητα στην επαφή με άλλους, αποφεύγει την προσοχή και τις εκδηλώσεις κοινωνικής επικοινωνίας.
Συνώνυμα
συνεσταλμένος αιδήμων εσωστρεφής μαζεμένος συγκρατημένος κομπλαρισμένος δειλός αμήχανος διστακτικός ανασφαλής επιφυλακτικός σφιγμένος διακριτικός σεμνός ταπεινός φοβητσιάρης δειλιάρης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ντροπαλός μαθητής δεν σήκωσε το χέρι του στην τάξη.
- Η ντροπαλή κοπέλα κοκκίνισε όταν την επαίνεσαν.
- Το παιδί ήταν ντροπαλό με τους ξένους και προτίμησε να μείνει κοντά στους γονείς του.
- Οι ντροπαλοί επισκέπτες μίλησαν μόνο λίγο πριν φύγουν.
- Παρά τη γνώση του, ο καθηγητής έδειχνε ντροπαλός όταν έπρεπε να συζητήσει πολιτικά θέματα.
- Το ελάφι παρέμεινε ντροπαλό, απομακρύνθηκε αργά στο δάσος.