στενός
επίθετο1. Που έχει μικρό πλάτος ή περιορισμένη έκταση σε σχέση με το συνηθισμένο ή αναμενόμενο.
2. Που περιορίζει την κίνηση, τη διέλευση ή τις δυνατότητες λόγω στενού χώρου ή συνθηκών.
Συνώνυμα
λεπτός στενότατος κοντινός οικείος έμπιστος καρδιακός εγγύς περιορισμένος προσωπικός πυρηνικός άμεσος σφιχτός στενόχωρος μικρός ασφυκτικός σφιχτοδεμένος συγκεχυμένος λεπτό περιοριστικός πυκνός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το στενό σοκάκι οδηγεί στην πλατεία.
- Είναι στενός φίλος από το σχολείο.
- Η στενή συνεργασία τους απέδωσε καρπούς.
- Το στενό φόρεμα τόνισε τη σιλουέτα της.
- Έχουν στενά περιθώρια για λήψη αποφάσεων.