ανάλαφρος
επίθετο1. Που έχει μικρό βάρος ή που προσφέρει ελαφριά αίσθηση όταν μετακινείται ή κρατιέται.
2. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη βαρύτητας ή σοβαρότητας στο ύφος, στη διάθεση ή στη συμπεριφορά, δίνοντας αίσθηση ελευθερίας και ανεπιτήδευτης διάθεσης.
Συνώνυμα
ελαφρύς ανέμελος ξέγνοιαστος χαλαρός αέρινος αιθέριος εύθυμος παιχνιδιάρης παιχνιδιάρικος επιπόλαιος επιφανειακός ελαφρόμυαλος φευγάτος ανεύθυνος ευφρόσυνος εύκολος ανεπίσημος ξεκούραστος χαλαρωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κουτί ήταν ανάλαφρο, το σήκωσε εύκολα με ένα χέρι.
- Φόρεσε ένα ανάλαφρο φόρεμα για την καλοκαιρινή βόλτα.
- Μετά τις καλές ειδήσεις ήταν ανάλαφρος και γελούσε συνεχώς.
- Η ατμόσφαιρα στο πάρτι ήταν ανάλαφρη, χωρίς σοβαρές συζητήσεις.
- Πρόσθεσε ένα ανάλαφρο σχόλιο για να σπάσει την ένταση.
- Ο χορός τους ήταν ανάλαφρος, σαν να πετούσαν στην πίστα.