λεπτομερής
επίθετο1. Που περιλαμβάνει πολλές λεπτομέρειες και παρουσιάζει τα στοιχεία με ακρίβεια.
2. Που γίνεται με σχολαστική επιμέλεια, δίνοντας προσοχή στις επιμέρους πτυχές.
Συνώνυμα
αναλυτικός ενδελεχής διεξοδικός σχολαστικός λεπτομερέστατος εκτενής περιγραφικός λεπτομερειακός μεθοδικός λεπτολογικός εκτεταμένος εξαντλητικός επακριβής επεξηγηματικός επιμελής ακριβής πολύπλοκος φωτογραφικός εμπεριστατωμένος λεπτεπίλεπτος
Αντώνυμα
γενικός συνοπτικός επιφανειακός αδρομερής περιληπτικός σχηματικός πρόχειρος αόριστος απλοϊκός λιτός αδρός περιεκτικός σύντομος απλός αποσπασματικός χονδροειδής χαλαρός βραχύς
Παραδείγματα χρήσης
- Η λεπτομερής αναφορά βοήθησε την επιτροπή να πάρει απόφαση.
- Ο λεπτομερής έλεγχος αποκάλυψε πολλές παραλείψεις.
- Το λεπτομερές σχέδιο δείχνει όλες τις διαστάσεις του κτιρίου.
- Χρειάστηκαν λεπτομερείς εξηγήσεις για να κατανοήσει ο μαθητής το θέμα.
- Παρουσίασαν τα λεπτομερή αποτελέσματα της έρευνας στον πίνακα.