σοβαρός

επίθετο

1. Που προκαλεί ανησυχία ή μέριμνα λόγω της βαρύτητας της κατάστασης ή των πιθανών συνεπειών αν δεν αντιμετωπιστεί.

2. Που εκδηλώνει αυτοσυγκράτηση, προσήλωση και σεβασμό, χωρίς χιούμορ ή ελαφρότητα στην έκφραση ή στη συμπεριφορά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος είναι σοβαρός άνθρωπος και δεν μιλά πολύ.
  • Η ασθένειά της είναι σοβαρή και χρειάζεται άμεση θεραπεία.
  • Το ατύχημα προκάλεσε σοβαρούς τραυματισμούς.
  • Πρόκειται για ένα σοβαρό θέμα που πρέπει να συζητηθεί.
  • Το πρόσωπό του έγινε σοβαρό όταν άκουσε τα νέα.