σοβαρός
επίθετο1. Που προκαλεί ανησυχία ή μέριμνα λόγω της βαρύτητας της κατάστασης ή των πιθανών συνεπειών αν δεν αντιμετωπιστεί.
2. Που εκδηλώνει αυτοσυγκράτηση, προσήλωση και σεβασμό, χωρίς χιούμορ ή ελαφρότητα στην έκφραση ή στη συμπεριφορά.
Συνώνυμα
σοβαρότατος σοβαροπρεπής βαρύς σημαντικός κρίσιμος αξιοπρεπής ευυπόληπτος συγκροτημένος συγκρατημένος σπουδαίος επίσημος αυστηρός σεβαστός αξιόπιστος μετρημένος νηφάλιος σεμνοπρεπής ανησυχητικός ουσιαστικός στέρεος συνετός ώριμος μυαλωμένος επικίνδυνος σοβαροφανής στοχαστικός λογικός επιμελής σεμνός σεμνόφρων επαγγελματικός τίμιος έγκυρος δραματικός επιβλητικός σώφρων φρόνιμος μουτρωμένος προσγειωμένος συλλογισμένος
Αντώνυμα
αστείος ελαφρύς χαλαρός παιγνιώδης ελαφρόμυαλος γελοίος παιδαριώδης ανεπίσημος ανέμελος ασόβαρος παιδικός εξυπνάκιας ανάλαφρος κωμικός παλαβός κλόουν γλεντζές επιπόλαιος μαλάκας παιχνιδιάρης ανεύθυνος πρόχειρος ανόητος τρελός χαζός διασκεδαστικός ασήμαντος άγουρος ανούσιος χαμογελαστός χαρωπός αλλοπρόσαλλος ανώριμος βλακώδης γελαστός ιδιόρρυθμος μπάζο πρόσχαρος αμέριμνος επιφανειακός κεφάτος μωρός ανισόρροπος παράφρων
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος είναι σοβαρός άνθρωπος και δεν μιλά πολύ.
- Η ασθένειά της είναι σοβαρή και χρειάζεται άμεση θεραπεία.
- Το ατύχημα προκάλεσε σοβαρούς τραυματισμούς.
- Πρόκειται για ένα σοβαρό θέμα που πρέπει να συζητηθεί.
- Το πρόσωπό του έγινε σοβαρό όταν άκουσε τα νέα.