αμήχανος
επίθετο1. Που αισθάνεται αμηχανία, ντροπή ή ανασφάλεια και τούτο γίνεται εμφανές στην έκφραση, τη στάση ή τον λόγο.
2. Που προκαλεί αμηχανία ή δυσφορία στους παρευρισκόμενους λόγω αταίριαστης συμπεριφοράς, ανεπιθύμητης σιωπής ή περίεργων περιστάσεων.
Συνώνυμα
αμηχανικός άβολος δυσχερής ντροπαλός διστακτικός εκτεθειμένος ντροπιασμένος σαστισμένος αβέβαιος άχαρος απορημένος νευρικός ταραγμένος ενοχλημένος επώδυνος αδέξιος ξύλινος μουδιασμένος παγωμένος σφιγμένος ανασφαλής οδυνηρός συνεσταλμένος συντετριμμένος φοβισμένος αναστατωμένος μπερδεμένος αγχωμένος απελπισμένος άπορος ανήμπορος αποπροσανατολισμένος απροετοίμαστος θορυβημένος πελαγωμένος προβληματισμένος συγχυσμένος τεταμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έμεινε αμήχανος όταν τον ρώτησαν για το μυστικό.
- Η Μαρία ένιωσε αμήχανη μετά το λάθος της στην παρουσίαση.
- Η συζήτηση έπεσε σε αμήχανη σιωπή.
- Έκανε ένα αμήχανο νεύμα και μετά γέλασε νευρικά.
- Το τραπέζι τοποθετήθηκε με αμήχανο τρόπο στον στενό διάδρομο.
- Οι μαθητές έμειναν αμήχανοι όταν ο καθηγητής ακύρωσε το διαγώνισμα.