αμήχανος

επίθετο

1. Που αισθάνεται αμηχανία, ντροπή ή ανασφάλεια και τούτο γίνεται εμφανές στην έκφραση, τη στάση ή τον λόγο.

2. Που προκαλεί αμηχανία ή δυσφορία στους παρευρισκόμενους λόγω αταίριαστης συμπεριφοράς, ανεπιθύμητης σιωπής ή περίεργων περιστάσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έμεινε αμήχανος όταν τον ρώτησαν για το μυστικό.
  • Η Μαρία ένιωσε αμήχανη μετά το λάθος της στην παρουσίαση.
  • Η συζήτηση έπεσε σε αμήχανη σιωπή.
  • Έκανε ένα αμήχανο νεύμα και μετά γέλασε νευρικά.
  • Το τραπέζι τοποθετήθηκε με αμήχανο τρόπο στον στενό διάδρομο.
  • Οι μαθητές έμειναν αμήχανοι όταν ο καθηγητής ακύρωσε το διαγώνισμα.