ανεύθυνος
επίθετο1. Που δεν αναλαμβάνει ή δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις ή τις συνέπειες των πράξεών του.
2. Που ενεργεί ή συμπεριφέρεται χωρίς τη δέουσα προσοχή και μέριμνα, θέτοντας σε κίνδυνο άλλους ή προκαλώντας ζημία.
Συνώνυμα
αμελής απερίσκεπτος αφρόντιστος ανευσυνείδητος ασυνείδητος απρόσεκτος επιπόλαιος ελαφρόμυαλος ανώριμος παρορμητικός αμέριμνος χαλαρός ασυνεπής επιφανειακός ανάλαφρος αναξιόπιστος αναρμόδιος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ανεύθυνος οδηγός πέρασε με κόκκινο φανάρι και προκάλεσε ατύχημα.
- Η ανεύθυνη συμπεριφορά της στο εργασιακό περιβάλλον δημιούργησε προβλήματα.
- Οι ανεύθυνοι επενδυτές έλαβαν ρίσκα χωρίς αξιολόγηση και υπέστησαν μεγάλες απώλειες.
- Ήταν ανεύθυνο να αφήσεις το παιδί μόνο του στην παραλία.
- Τον αποκάλεσαν ανεύθυνο επειδή αγνόησε τις οδηγίες ασφαλείας.