παραιτούμαι
ρήμα1. Δηλώνω, συνήθως επίσημα, ότι εγκαταλείπω μια θέση, αξίωμα ή καθήκον και διακόπτω την άσκηση των σχετικών υποχρεώσεων.
2. Ανακοινώνω την άρνησή μου να ασκήσω ή να διεκδικήσω ένα δικαίωμα, αξίωση ή προνόμιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παραμένω προσπαθώ ζητώ παλεύω αγωνίζομαι μάχομαι αξιώνω στοχάζομαι μένω κρατώ διατηρώ επιμένω αντέχω συνεχίζω κατέχω τρέχω αναλαμβάνω σκοπεύω νικάω αντιμετωπίζω γυρεύω χειρίζομαι διευθύνω ονειρεύομαι ανταπεξέρχομαι διεκδικώ εκζητώ ενεργώ επιδιώκω επιλαμβάνομαι επιμελούμαι επιχειρώ κατακτώ πασχίζω προσβλέπω συνεισφέρω υπομένω οδηγώ αναμένω ανταγωνίζομαι αφοσιώνομαι επανακάμπτω κυβερνώ οικειοποιούμαι ποντάρω σφετερίζομαι υπηρετώ στέκομαι αντιστέκομαι δοκιμάζω κυνηγάω αναζητώ κρατούμαι αμύνομαι απασχολούμαι διερευνώ καταπιάνομαι φρουρώ χειρίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα παραιτούμαι από τη θέση μου στο διοικητικό συμβούλιο.
- Αν επιμείνουν στη λανθασμένη απόφαση, παραιτούμαι από την ευθύνη που μου αναλογεί.
- Μετά από πολύ σκέψη, παραιτούμαι από κάθε αξίωση σχετικά με την περιουσία.
- Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, παραιτούμαι από το δημόσιο αξίωμά μου.
- Όταν δεν βλέπω αποτέλεσμα, συχνά παραιτούμαι από τις προσπάθειές μου.