απελπίζομαι
ρήμαΧάνω την ελπίδα μου και αισθάνομαι ότι δεν υπάρχει πια πιθανότητα για θετική έκβαση μιας κατάστασης.
Συνώνυμα
απογοητεύομαι αποθαρρύνομαι πτοούμαι αποκαρδιώνομαι διαψεύδομαι ματαιοπονώ παραιτούμαι αναστενάζω καταθλίβομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην απελπίζομαι όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, γιατί πάντα υπάρχει λύση.
- Ο πατέρας μου δεν απελπίζομαι ποτέ, ακόμα κι όταν αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα.
- Μετά την αποτυχία, η Μαρία ένιωσε πως θα απελπίζομαι.
- Δεν θέλω να απελπίζομαι εξαιτίας μιας κακής ημέρας.
- Όταν βλέπει ότι δεν αλλάζει τίποτα, αρχίζει να απελπίζομαι.