σφετερίζομαι
ρήμαΑποκτώ και χρησιμοποιώ κάτι χωρίς νόμιμο δικαίωμα, ιδίως θέση, εξουσία ή περιουσία, καταπατώντας τα δικαιώματα άλλου.
Συνώνυμα
ιδιοποιούμαι καταχρώμαι οικειοποιούμαι κλέβω αρπάζω καταλαμβάνω κατακρατώ υφαρπάζω κατακτώ εκμεταλλεύομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπάθησε να σφετερίζεται την εξουσία με αθέμιτα μέσα.
- Ορισμένοι επιχειρούν να σφετερίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων.
- Δεν θα τους επιτρέψουμε να σφετερίζονται δημόσια περιουσία.
- Κατηγορήθηκε ότι σφετερίζεται ξένη ιδέα και τη παρουσιάζει ως δική του.
- Η ομάδα αυτή προσπάθησε να σφετεριστεί το αξίωμα με παράνομο τρόπο.