ανταπεξέρχομαι

ρήμα

1. Ενεργώ κατά τρόπο που καλύπτει τις απαιτήσεις ή τις υποχρεώσεις που μου ανατίθενται, εκπληρώνοντας τα καθήκοντα ενός ρόλου ή έργου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στις δύσκολες στιγμές, με σωστή οργάνωση ανταπεξέρχομαι.
  • Στη δουλειά με μεγάλο φόρτο εργασίας, ανταπεξέρχομαι θέτοντας προτεραιότητες.
  • Όταν οι απαιτήσεις αυξάνονται, ανταπεξέρχομαι για να μην απογοητεύσω την ομάδα.
  • Σε οικονομικές πιέσεις, ανταπεξέρχομαι με προσοχή στον προϋπολογισμό.
  • Σε σκληρές καιρικές συνθήκες, ανταπεξέρχομαι χάρη στην προετοιμασία.