απομακρύνομαι
ρήμα1. Μετακινούμαι προς μεγαλύτερη απόσταση από κάποιο σημείο, πρόσωπο ή αντικείμενο, ώστε να μειωθεί η εγγύτητα σε χώρο.
2. Μειώνω την επαφή ή την επικοινωνία με κάποιον ή κάτι, γίνομαι συναισθηματικά ή κοινωνικά πιο απομονωμένος.
Συνώνυμα
αποχωρώ υποχωρώ οπισθοχωρώ αποσύρομαι φεύγω αποτραβιέμαι τραβιέμαι απομονώνομαι αποστασιοποιούμαι μετατοπίζομαι ξεμακραίνω αποφεύγω απέχω εκπίπτω απεμπλέκομαι αποξενώνομαι αποστρέφω διαγράφομαι αποσυρόμαι σκορπίζομαι φευγατίζω ξεφεύγω διαφεύγω αποστρέφομαι μακραίνω ξεκουμπίζομαι αποκόπτομαι διαχωρίζομαι χάνομαι δραπετεύω αναχωρώ αποκλίνω αποκλείομαι απουσιάζω εξέρχομαι ξεκολλάω χωρίζομαι απεγκλωβίζομαι διασκορπίζομαι εκδιώχνω εκφεύγω εξαιρούμαι περιθωριοποιούμαι
Αντώνυμα
προσεγγίζω πλησιάζω έρχομαι συναντιέμαι αγγίζω παραμένω κατευθύνομαι ξαναέρχομαι γυρίζω θίγω καθηλώνομαι ορμάω ακουμπώ αποκαθίσταμαι αφοσιώνομαι προσκολλάμαι σφηνώνομαι προσελκύομαι προσέρχομαι εγγίζω προχωρώ οδεύω συγκλίνω μένω βρίσκομαι γυρνώ επιστρέφω φτάνω πιάνω συναντώ εμφανίζομαι καταλήγω στέκομαι συγκεντρώνομαι ασχολούμαι ακουμπάω γυρνάω μαζεύομαι αράζω διαμένω διασταυρώνω εγκαθίσταμαι εμπλέκομαι εντάσσομαι ενώνομαι επανέρχομαι επιλαμβάνομαι ερωτεύομαι στρέφομαι συγκρούομαι συμβαδίζω συμπαραστέκομαι απευθύνομαι επιλέγομαι καταφθάνω καταφτάνω μπλέκομαι μπουκάρω στεγάζομαι συμπορεύομαι συντρέχω συσπειρώνομαι ταυτίζομαι τρυπώνω κατατάσσομαι συναθροίζομαι κοιτάζω μοιάζω φέρω μπαίνω κολλάω συζητάω επισκέπτομαι εντοπίζομαι πετάγομαι προσγειώνομαι παρευρίσκομαι προσανατολίζομαι συμπεριλαμβάνομαι συντάσσομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Από το παράθυρο σιγά-σιγά απομακρύνομαι για να μην φαίνεται το πρόσωπό μου.
- Όταν οι συζητήσεις γίνονται έντονες, απομακρύνομαι συναισθηματικά για να ηρεμήσω.
- Από σήμερα, για προσωπικούς λόγους, απομακρύνομαι από το έργο.
- Για να αποφευχθεί η μόλυνση, απομακρύνομαι από το μολυσμένο σημείο.
- Με την πάροδο του χρόνου, απομακρύνομαι όλο και περισσότερο από τις παλιές συνήθειες.