χάνομαι
ρήμα1. Απομακρύνομαι από την καθορισμένη πορεία ή το σημείο αναφοράς και αδυνατώ να προσανατολιστώ.
2. Παύω να είμαι εντοπίσιμος ή εμφανής σε έναν χώρο ή κατάσταση, με αποτέλεσμα η παρουσία μου να διακόπτεται.
Συνώνυμα
εξαφανίζομαι αφανίζομαι αποπροσανατολίζομαι χαθώ χάνω εκλείπω ξεστρατίζω ξεστρατίζομαι βυθίζομαι παρασύρομαι σβήνομαι σκοτώνομαι εκπίπτω μπερδεύομαι πεθαίνω εξατμίζομαι εξοντώνομαι λιώνομαι παρασέρνομαι ξεχνιέμαι εξαϋλώνομαι απομακρύνομαι καταστρέφομαι λείπω απουσιάζω ξεψυχώ αποθνήσκω αναστατώνομαι εκνευρίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- χάνομαι εύκολα όταν δεν έχω χάρτη.
- Συχνά χάνομαι στις σκέψεις μου το βράδυ.
- χάνομαι στη μουσική και ξεχνάω τα πάντα γύρω μου.
- Φοβάμαι να χάνομαι σε ξένη πόλη χωρίς τηλέφωνο.
- Όταν διαβάζω, μερικές φορές χάνομαι μέσα στους χαρακτήρες της ιστορίας.