προσανατολίζομαι
ρήμα1. Εντοπίζω ή καθορίζω τη θέση μου και την κατεύθυνση στην οποία βρίσκομαι ή πρέπει να κινηθώ στο χώρο.
2. Προσαρμόζω τη συμπεριφορά, τις επιλογές ή τις ενέργειές μου ώστε να ευθυγραμμιστούν με συγκεκριμένους στόχους, προτεραιότητες ή πλαίσιο δράσης.
Συνώνυμα
κατευθύνομαι στρέφομαι τοποθετούμαι ευθυγραμμίζομαι προσδιορίζομαι οδηγούμαι καθορίζομαι εστιάζω προσαρμόζομαι εστιάζομαι διαμορφώνομαι επιδιώκω κατευθύνω προσβλέπω κλίνω στοχάζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο βουνό προσανατολίζομαι με τον ήλιο και το χάρτη.
- Μετά τη μετακόμιση, σιγά-σιγά προσανατολίζομαι στην καινούργια γειτονιά.
- Στη δουλειά προσανατολίζομαι στην ανάπτυξη νέων προϊόντων.
- Στο πανεπιστήμιο προσανατολίζομαι σε μαθήματα που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη.
- Σε περίοδο κρίσης προσανατολίζομαι περισσότερο στις αξίες μου.