εντάσσομαι
ρήμα1. Εισέρχομαι και τοποθετούμαι ως μέλος ή τμήμα σε ένα ευρύτερο σύνολο, οργανισμό, πρόγραμμα ή δομή.
2. Τοποθετούμαι ή κατατάσσομαι σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα ή ομάδα μέσα σε σύστημα ταξινόμησης.
Συνώνυμα
ενσωματώνομαι προσχωρώ εγγράφομαι κατατάσσομαι συμπεριλαμβάνομαι ανήκω μετέχω συμμετέχω συντάσσομαι προστίθεμαι μπαίνω εισέρχομαι εγκαθίσταμαι συνδέομαι ενώνομαι προσαρμόζομαι χωράω συμπορεύομαι επιλέγομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από την επόμενη εβδομάδα εντάσσομαι στο νέο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του πανεπιστημίου.
- Ως νέα εργαζόμενη, προσπαθώ να εντάσσομαι ομαλά στην ομάδα.
- Εάν εγκριθεί η αίτησή μου, εντάσσομαι στο πρόγραμμα επιχορηγήσεων.
- Με τις αλλαγές στα κριτήρια, πλέον εντάσσομαι στην κατηγορία των δικαιούχων.
- Κατά την αξιολόγηση, συνήθως εντάσσομαι σε υποκατηγορίες για πιο λεπτομερή ανάλυση.