συμπορεύομαι

ρήμα

1. Βαδίζω ή πορεύομαι μαζί με κάποιον άλλον ή με ομάδα προς την ίδια κατεύθυνση ή προς κοινό προορισμό.

2. Συνοδεύω ή στηρίζω κάποιον σε κοινό έργο, σκοπό ή προσπάθεια, συμμετέχοντας ενεργά στη διαδικασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Περπατήσαμε στο μονοπάτι και όλη την ώρα συμπορευτήκαμε.
  • Ο σύντροφός μου κι εγώ συμπορευόμαστε στα εύκολα και στα δύσκολα.
  • Το κόμμα συμπορεύεται με τις δυνάμεις της προόδου.
  • Οι δύο εταιρείες συμπορεύτηκαν για την ανάπτυξη του νέου προϊόντος.
  • Στους αγώνες για δικαιοσύνη, συμπορεύομαι με όσους μοιράζονται τα ίδια ιδανικά.