φτάνω

ρήμα

1. Φτάνω σε έναν τόπο ή προορισμό ως αποτέλεσμα μετακίνησης.

2. Φτάνω σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή σε ορισμένο στάδιο εξέλιξης μιας διαδικασίας ή ενός γεγονότος.

3. Φτάνω σε ορισμένη ποσότητα, μέγεθος, βαθμό ή ένταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί φτάνω νωρίς στη δουλειά.
  • Με τα χρήματα αυτά φτάνω για να πληρώσω το ενοίκιο.
  • Με τις προπονήσεις φτάνω σε καλύτερη φυσική κατάσταση.
  • Με υπομονή και προσπάθεια φτάνω στον στόχο μου.
  • Δεν φτάνω το βιβλίο στο πάνω ράφι.