καταφθάνω
ρήμα1. Μετακίνηση προς έναν τόπο και εισαγωγή σε αυτόν, με αποτέλεσμα να βρίσκεται κανείς ή κάτι παρόν στον προορισμό μετά από ταξίδι ή μεταφορά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως καταφθάνω στο γραφείο κάθε πρωί στις οκτώ.
- Μόλις καταφθάνω από το ταξίδι, θα σε πάρω τηλέφωνο.
- Σε τέτοιες εκδηλώσεις εγώ καταφθάνω συνήθως τελευταία.
- Ως εκπρόσωπος της εταιρείας, καταφθάνω στην τελετή με επίσημο ένδυμα και χαιρετισμό.
- Με το που καταφθάνω στο χωριό, νιώθω ότι επιστρέφω στις ρίζες μου.