αποκαθίσταμαι
ρήμα1. Επαναφέρομαι σε λειτουργική ή αρχική κατάσταση μετά από φθορά, βλάβη ή επέμβαση επισκευής.
Συνώνυμα
επαναφέρομαι επανέρχομαι επαναπροσλαμβάνομαι αναρρώνομαι επιδιορθώνομαι διορθώνομαι ανακάμπτω επανορθώνομαι θεραπεύομαι επουλώνομαι αθωώνομαι ανορθώνομαι βελτιώνομαι εξομαλύνομαι συμμαζεύομαι
Αντώνυμα
φθείρομαι καταστρέφομαι διαλύομαι υποβαθμίζομαι εκδιώκομαι απομακρύνομαι επιδεινώνομαι σπιλώνομαι ακυρώνομαι απορρίπτομαι εκπίπτω απολύομαι διαφθείρομαι ακινητοποιούμαι αδρανοποιούμαι αποδυναμώνομαι κατηγορούμαι αιμορραγώ
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά την εγχείρηση, αποκαθίσταμαι σταδιακά και επιστρέφω στις καθημερινές μου δραστηριότητες.
- Μετά τη δικαστική απόφαση, αποκαθίσταμαι στη θέση μου και στα εργασιακά μου δικαιώματα.
- Με τη δημοσίευση της διευκρίνισης, αποκαθίσταμαι και ανακτώ την καλή μου φήμη.
- Μετά τη συζήτηση, αποκαθίσταμαι με τους φίλους μου και αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη ανάμεσά μας.
- Με την αποζημίωση, αποκαθίσταμαι οικονομικά και μπορώ να καλύψω τις ζημιές.