συσπειρώνομαι
ρήμα1. Ενώνομαι ή συγκεντρώνομαι στενά με άλλους, σχηματίζοντας ενιαία και συμπαγή ομάδα ή μέτωπο.
2. Προσανατολίζω ή κατευθύνω την υποστήριξη και τις δυνάμεις προς έναν κοινό σκοπό, ηγέτη ή ιδέα, με σκοπό την επίτευξη κοινού στόχου.
Συνώνυμα
συνασπίζομαι συγκεντρώνομαι μαζεύομαι ενώνομαι συνενώνομαι συμπαρατάσσομαι συντάσσομαι συγκροτούμαι συνέρχομαι συμμαζεύομαι
Αντώνυμα
διασκορπίζομαι σκορπίζομαι διαλύομαι διασπείρομαι διαχωρίζομαι απομακρύνομαι αποσυντάσσομαι αποδεσμεύομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Σε δύσκολες στιγμές, οι εργαζόμενοι συσπειρώνομαι γύρω από το σωματείο τους.
- Πολλοί ψηφοφόροι συσπειρώνομαι γύρω από το ίδιο κόμμα λίγο πριν από τις εκλογές.
- Όταν υπάρχει κοινός κίνδυνος, οι κάτοικοι συσπειρώνομαι και βοηθούν ο ένας τον άλλον.
- Μετά την αδικία, τα μέλη της ομάδας συσπειρώνομαι για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους.
- Στην κρίση, οι μαθητές συσπειρώνομαι γύρω από τον αγαπημένο τους δάσκαλο.