διασκορπίζομαι
ρήμα1. Απλώνονται ή κατανέμονται αντικείμενα, άτομα ή ουσίες σε διάφορα σημεία του χώρου, με αποτέλεσμα να μειώνεται η συγκέντρωση σε ένα σημείο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συγκεντρώνομαι μαζεύομαι συναθροίζομαι συρρέω συνέρχομαι σχηματίζομαι εστιάζω συγκροτούμαι συνωστίζομαι συσπειρώνομαι ενώνομαι μαζεύω συσσωρεύομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Οι διαδηλωτές διασκορπίζονται όταν φτάνει η αστυνομία.
- Τα χαρτιά στο τραπέζι διασκορπίζονται από τον αέρα.
- Τα σύννεφα διασκορπίζονται και ο ήλιος εμφανίζεται στον ορίζοντα.
- Η μυρωδιά του ψωμιού διασκορπίζεται σε όλο το σπίτι.
- Μετά την είδηση, οι σκέψεις μου διασκορπίζονται και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.