εμφανίζομαι

ρήμα

1. Γίνομαι ορατός ή διακριτός στον χώρο ή στην αντίληψη, ώστε να με βλέπουν ή να με αντιλαμβάνονται.

2. Βρίσκομαι σε έναν τόπο ή σε μια συγκέντρωση, συμμετέχοντας ή παρευρισκόμενος σε γεγονός.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην εκδήλωση εμφανίζομαι πάντα τελευταίος.
  • Σε παλιές φωτογραφίες καμιά φορά εμφανίζομαι σαν σκιά στο φόντο.
  • Στο αρχείο εμφανίζομαι ως δικαιούχος των επιδοτήσεων.
  • Όταν δεν παίρνω σωστά το φάρμακο, εμφανίζομαι συχνά με πονοκεφάλους.
  • Μου είπαν να εμφανίζομαι στην παρουσίαση στις επτά το απόγευμα.