εμφανίζομαι
ρήμα1. Γίνομαι ορατός ή διακριτός στον χώρο ή στην αντίληψη, ώστε να με βλέπουν ή να με αντιλαμβάνονται.
2. Βρίσκομαι σε έναν τόπο ή σε μια συγκέντρωση, συμμετέχοντας ή παρευρισκόμενος σε γεγονός.
Συνώνυμα
φαίνομαι παρουσιάζομαι φανερώνομαι αποκαλύπτομαι προβάλλομαι εκδηλώνομαι αναδύομαι ξεπροβάλλω βγαίνω είμαι παθαίνω φέρομαι τυχαίνω βλέπομαι παρίσταμαι πετάγομαι προσέρχομαι διαφαίνομαι εκτίθεμαι καταφτάνω παρευρίσκομαι ανεβαίνω προκύπτω συμβαίνω ξεμυτίζω ξεπετάγομαι σκάω μπουκάρνω υπάρχω γίνομαι μοιάζω συναντιέμαι γεννιέμαι ξαναέρχομαι υφίσταμαι επισκέπτομαι επανέρχομαι ξεσπάω σχηματίζομαι αποδεικνύομαι καταφθάνω μπουκάρω παρελαύνω πετιέμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην εκδήλωση εμφανίζομαι πάντα τελευταίος.
- Σε παλιές φωτογραφίες καμιά φορά εμφανίζομαι σαν σκιά στο φόντο.
- Στο αρχείο εμφανίζομαι ως δικαιούχος των επιδοτήσεων.
- Όταν δεν παίρνω σωστά το φάρμακο, εμφανίζομαι συχνά με πονοκεφάλους.
- Μου είπαν να εμφανίζομαι στην παρουσίαση στις επτά το απόγευμα.