σκορπίζομαι
ρήμα1. Διασκορπίζομαι σε διάφορες κατευθύνσεις ή απομακρύνομαι από ένα σημείο, συνήθως σε πολλά μέρη ή σε μεγάλη έκταση.
2. Χάνομαι μέσα σε πλήθος, χώρο ή χρόνο, χωρίς να παραμένω συγκεντρωμένος σε ένα σημείο.
Συνώνυμα
διασπείρομαι σκορπώνομαι διασκορπίζομαι αποσυντίθεμαι απομακρύνομαι χωρίζομαι διαλύομαι ξεσκορπίζομαι φεύγω εξαφανίζομαι εξατμίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με έναν δυνατό αέρα, τα φύλλα σκορπίζονται σε όλη την αυλή.
- Όταν άνοιξε η πόρτα, τα χαρτιά σκορπίστηκαν στο πάτωμα.
- Στο τέλος της γιορτής, οι καλεσμένοι σκορπίζονται σιγά σιγά στα σπίτια τους.
- Μόλις ακούστηκε ο θόρυβος, τα πουλιά σκορπίστηκαν τρομαγμένα.
- Οι στάχτες σκορπίζονται με το παραμικρό φύσημα του ανέμου.