μοιάζω
ρήμα1. Εμφανίζω ομοιότητα με κάποιον ή κάτι στην εξωτερική εμφάνιση ή στα εμφανή χαρακτηριστικά.
2. Συμπεριφέρομαι ή λειτουργώ με τρόπο παρόμοιο προς κάποιον ή κάτι, δείχνοντας κοινά χαρακτηριστικά ή τάσεις.
Συνώνυμα
ομοιάζω θυμίζω φαίνομαι δείχνω παρομοιάζω προσομοιάζω παραπέμπω εμφανίζομαι συγκρίνομαι ακούγομαι είμαι αισθάνομαι ταυτίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κόρη σου μοιάζει πολύ στη γιαγιά της.
- Τα δύο σχέδια μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά έχουν και διαφορές.
- Μου μοιάζει ότι έχεις δίκιο.
- Ο καιρός σήμερα μοιάζει με την άνοιξη.
- Κάποιες φορές μοιάζω να χάνω την υπομονή μου.