στεγάζομαι
ρήμα1. Βρίσκομαι υπό στέγη ή λαμβάνω στέγη και προστασία σε κτίριο ή άλλο χώρο, για διαμονή, φύλαξη ή χρήση.
2. Τοποθετούμαι ή διατηρούμαι σε συγκεκριμένο χώρο ή εγκατάσταση ώστε να λειτουργώ, να εκτίθεμαι ή να φυλάσσομαι εκεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μουσείο στεγάζεται σε ένα ανακαινισμένο εργοστάσιο.
- Οι πρόσφυγες στεγάζονται προσωρινά σε καταλύματα του Δήμου.
- Τον τελευταίο χρόνο στεγάζομαι σε ένα μικρό διαμέρισμα κοντά στη δουλειά.
- Ο ιστότοπος του φοιτητικού συλλόγου στεγάζεται στους διακομιστές του πανεπιστημίου.
- Η πρωτοβουλία στεγάζεται κάτω από ένα ευρύτερο πρόγραμμα κοινωνικής συνοχής.