γλεντζές

ουσιαστικό

Άτομο που απολαμβάνει τις γιορτές και τις διασκεδάσεις, συμμετέχει ενεργά σε κοινωνικές συγκεντρώσεις, τραγουδά, χορεύει ή λέει πλάκες και δημιουργεί γιορτινή ατμόσφαιρα.

Συνώνυμα

κεφάτος γλεντζούρης ξεφαντωτής καλοπεραστής γλεντζούλης χαβαλές πλακατζής παρτάκιας ξεσαλωμένος ξεσαλωτής εύθυμος φευγάτος γελωτοποιός πρόσχαρος ζωηρός μασκαράς κλόουν εξωστρεφής χαρωπός γελαστός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Μάριος είναι μεγάλος γλεντζές και δεν χάνει ποτέ το γλέντι.
  • Η παρέα τον φώναζε γλεντζέ επειδή χόρευε μέχρι το πρωί.
  • Ο παππούς μου ήταν πραγματικός γλεντζές στα νιάτα του.
  • Στο χωριό όλοι τον ξέρουν σαν έναν καλοκάγαθο γλεντζέ.
  • Οι δύο φίλοι είναι φημισμένοι γλεντζέδες και οργανώνουν πάντα το πιο ζωντανό πάρτι.