αποσβολωμένος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε κατάσταση προσωρινής αδράνειας ή απώλειας της ικανότητας να αντιδράσει λόγω έντονου συναισθήματος, έκπληξης ή σοκ.
2. Που παρουσιάζει σιωπή ή αδυναμία λεκτικής ή κινητικής έκφρασης για σύντομο χρονικό διάστημα.
Συνώνυμα
έκπληκτος κατάπληκτος άναυδος άφωνος σαστισμένος εμβρόντητος συγκλονισμένος απορημένος πελαγωμένος ξαφνιασμένος σοκαρισμένος μουδιασμένος ζαλισμένος παγωμένος αποχαυνωμένος αφοπλισμένος συντετριμμένος χαμένος μπερδεμένος θολωμένος συγχυσμένος εκστατικός εντυπωσιασμένος μαγεμένος παραλυμένος ταραγμένος άπορος αποπροσανατολισμένος πανικόβλητος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έμεινε αποσβολωμένος όταν άκουσε τα απρόσμενα νέα.
- Η Μαρία έμεινε αποσβολωμένη μπροστά στο εκπληκτικό ηλιοβασίλεμα.
- Οι θεατές ήταν αποσβολωμένοι από την εντυπωσιακή παράσταση.
- Από το χτύπημα στο κεφάλι έμεινε αποσβολωμένος και χρειάστηκε ιατρική βοήθεια.
- Η ανακοίνωση της νίκης τον άφησε αποσβολωμένο, χωρίς να μπορεί να μιλήσει.