πειραγμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί επέμβαση, τροποποίηση ή αλλοίωση από τρίτο πρόσωπο ή εξωτερική παρέμβαση.
2. Που έχει παραποιηθεί ή ρυθμιστεί τεχνητά ώστε να αλλάζει η λειτουργία ή η εμφάνιση (π.χ. συσκευή, όχημα, αρχείο).
Συνώνυμα
τροποποιημένος παραποιημένος στημένος νοθευμένος φτιαχτός αλλοιωμένος χειραγωγημένος χακαρισμένος φτιαγμένος μαϊμού τρελός παλαβός διαταραγμένος παράφρονας παρανοϊκός στραβός μπερδεμένος πειραματισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μετρητής της ΔΕΗ είναι πειραγμένος.
- Ο αγώνας φαίνεται πειραγμένος υπέρ ενός από τους συμμετέχοντες.
- Ο καφές μου ήταν πειραγμένος και ένιωσα αδιαθεσία.
- Ο κινητήρας του αυτοκινήτου είναι πειραγμένος για περισσότερη ιπποδύναμη.
- Ο υπολογιστής στο γραφείο είναι πειραγμένος και στέλνει δεδομένα χωρίς την άδειά μας.
- Ο φίλος μου είναι λίγο πειραγμένος, έχει παράξενες εμμονές.