ασυγκράτητος
επίθετο1. Που δεν μπορεί να συγκρατηθεί ή να ελεγχθεί, ιδίως σε συναισθήματα, παρορμήσεις ή συμπεριφορά.
2. Που εκδηλώνεται χωρίς αυτοσυγκράτηση, με έντονη, παρορμητική ή ακραία μορφή.
Συνώνυμα
αχαλίνωτος ακατάσχετος ανεξέλεγκτος παρορμητικός ξέφρενος αχόρταγος παράφορος ακατανίκητος ξεσαλωμένος αφηνιασμένος ατίθασος υπερβολικός εκρηκτικός υστερικός απερίσκεπτος βίαιος επιθετικός άγριος καταιγιστικός
Αντώνυμα
συγκρατημένος εγκρατής ελεγχόμενος αυτοσυγκρατημένος συγκροτημένος μετρημένος ψύχραιμος ήρεμος μετριοπαθής συνετός υπομονετικός ηρεμημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος ήταν ασυγκράτητος από τα γέλια.
- Η χαρά της ήταν ασυγκράτητη και δεν μπορούσε να κρυφτεί.
- Το πλήθος έγινε ασυγκράτητο όταν εμφανίστηκε το συγκρότημα.
- Η επιθυμία του για γλυκό ήταν ασυγκράτητη και έφαγε όλη την τούρτα.
- Ο θυμός του ήταν ασυγκράτητος και είπε πράγματα που μετά μετάνιωσε.