τρελός
επίθετο1. Που παρουσιάζει σοβαρή ή χρόνια διαταραχή της ψυχικής ισορροπίας, με μείωση της ικανότητας για συνεπή λογική κρίση και προσαρμογή στις καθημερινές απαιτήσεις.
Συνώνυμα
τρελαμένος παλαβός παράφρων μανιακός παρανοϊκός αλλοπρόσαλλος εξωφρενικός ανισόρροπος διαταραγμένος ψυχασθενής παραληρητικός μανιώδης φρικιό άλογος ανώμαλος έξαλλος πειραγμένος μωρός αλλόκοτος απίθανος παράφορος απίστευτος γελοίος διασκεδαστικός συναρπαστικός άγριος εκπληκτικός παράξενος αδιανόητος εκκεντρικός παράδοξος σφοδρός ταραχώδης ακραίος ασύλληπτος θεαματικός πρωτόγνωρος ριψοκίνδυνος υστερικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τρελός άνδρας περπατούσε μόνος στο πάρκο.
- Είμαι τρελός για αυτή τη σειρά.
- Το πάρτι ήταν τρελό χθες το βράδυ.
- Έκανε τρελές προσπεράσεις στην εθνική.
- Η τρελή ιδέα του τελικά λειτούργησε.