παραδίδω
ρήμα1. Μεταφέρω ή τοποθετώ κάτι στην κατοχή, τη φροντίδα ή την ευθύνη άλλου, ώστε αυτός να το λάβει, να το χρησιμοποιήσει ή να το φυλάξει.
2. Φέρνω σε προορισμό και αφήνω σε παραλήπτη ή τόπο αντικείμενο, επιστολή ή φορτίο για την ολοκλήρωση της διανομής.
Συνώνυμα
δίνω επιδίδω υποβάλλω καταθέτω διδάσκω προσφέρω παραχωρώ μεταβιβάζω προσκομίζω εναποθέτω εκδίδω αποδίδω εκχωρώ χορηγώ διαβιβάζω διανέμω αναθέτω φέρνω περνάω φέρω επιστρέφω μεταφέρω ολοκληρώνω προδίδω απεμπολώ αποθέτω μοιράζω παρέχω εφοδιάζω αποστέλλω στέλνω χαρίζω προμηθεύω επιτρέπω αφήνω εμπιστεύομαι μοιράζομαι διαθέτω δωρίζω καταλείπω κουβαλώ μεταδίδω παραπέμπω σερβίρω αφιερώνω κατανέμω υλοποιώ
Αντώνυμα
παραλαμβάνω παίρνω λαμβάνω κρατώ αντιστέκομαι μαθαίνω ζητώ κρατάω κλέβω ξαναπαίρνω φυλάω εκζητώ καταλαμβάνω παρακρατώ προμηθεύομαι φυλάσσω φρουρώ διατηρώ αρνούμαι αποσύρω κατακρατώ αρπάζω ανακαλώ συγκρατώ αντιτάσσομαι ελέγχω αναλαμβάνω προστατεύω αποκτώ χειρίζομαι οδηγάω διευθύνω διασώζω διαφυλάσσω διεκδικώ στερώ αντλώ οικειοποιούμαι κρύβω αποκρύπτω ετοιμάζω
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί ο ταχυδρόμος παραδίδει τα δέματα στην πολυκατοικία.
- Σήμερα παραδίδω την εργασία στον καθηγητή πριν από τη λήξη της προθεσμίας.
- Κάθε Σάββατο η Μαρία παραδίδει μαθήματα αγγλικών σε μικρές ομάδες.
- Με την παραίτησή του, ο διευθυντής παραδίδει τα κλειδιά στο διάδοχό του.
- Στη σοβαρή ασθένεια, ο ασθενής τελικά παραδίδει το πνεύμα.