κρύβω
ρήμα1. Απομακρύνω ή καλύπτω κάτι από την άμεση όραση, ώστε να μην γίνεται εύκολα αντιληπτό.
2. Αποφεύγω την αποκάλυψη πληροφοριών, προθέσεων ή συναισθημάτων, ώστε να μην γίνονται γνωστά σε άλλους.
Συνώνυμα
κρύπτω αποκρύπτω αποκρύβω συγκαλύπτω καλύπτω κάλυπτω σκεπάζω θάβω εξαφανίζω μασκάρω κουκουλώνω μυστικοποιώ φυλάω αποσιωπώ παρασιωπώ θησαυρίζω καταχωνιάζω σκοτίζω συσκοτίζω καμουφλάρω κρυπτογραφώ σφραγίζω φυλάσσω χώνω αποθηκεύω αποθησαυρίζω αποταμιεύω αφανίζω
Αντώνυμα
αποκαλύπτω φανερώνω δείχνω ξεσκεπάζω εκθέτω βλέπω σημαίνω γνωρίζω βγάζω ενημερώνω ανακαλύπτω ξεκαθαρίζω μοιράζομαι προειδοποιώ ειδοποιώ προδίδω δηλώνω παριστάνω εμφανίζω καρφώνω αναδεικνύω αποτυπώνω δημοσιεύω διασαφηνίζω εκφράζω εξομολογούμαι επισημαίνω θίγω καταγγέλλω καταδεικνύω μεταδίδω ξετρυπώνω περιγράφω προβάλλω προσδιορίζω προσκομίζω σκαλίζω υποδεικνύω αναπαριστώ απεικονίζω απογυμνώνω γνωστοποιώ διαδίδω διαλαλώ διαφωτίζω κοινοποιώ ξεγυμνώνω ξεθάβω ξεμπροστιάζω ονοματίζω προαναγγέλλω παρουσιάζω δημοσιοποιώ επιδεικνύω ανακοινώνω λέω εξηγώ ονομάζω αναφέρω αναγγέλλω ανασύρω ανιχνεύω διακηρύσσω διατυπώνω διευκρινίζω διηγούμαι επιθεωρώ λέγω μαρτυρώ μοιράζω παραθέτω πληροφορώ σαρώνω συζητάω εξετάζω αναφέρομαι αναγράφω αντλώ απαγγέλλω αποσαφηνίζω εκδίδω εκφράζομαι κατατοπίζω κηρύσσω ξεδιπλώνω υποδηλώνω αποσφραγίζω φωτίζω ομολογώ εκδηλώνω απαντώ παραδίδω αναγνωρίζω διανέμω εκφωνώ καταγράφω παρέχω σκανάρω κοιτάζω επικαλούμαι κατονομάζω ξεστομίζω φράζω
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ κρύβω τα κλειδιά στο πάνω συρτάρι.
- Μπροστά στους άλλους φαίνομαι δυνατός, αλλά κρύβω τη θλίψη μου.
- Δεν κρύβω τίποτα σημαντικό από εσένα.
- Στο παιχνίδι του κυνηγητού κρύβω πάντα τα καλύτερα κρυψώνια.
- Στο γράμμα κρύβω ένα μυστικό μήνυμα που μόνο εσύ θα καταλάβεις.