αποκρύπτω
ρήμα1. Κάνω ένα αντικείμενο ή στοιχείο να μην είναι ορατό ή αντιληπτό, καλύπτοντάς το, μετακινώντας το ή τοποθετώντας το εκτός οπτικού πεδίου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αποκαλύπτω ξεσκεπάζω φανερώνω εκθέτω αναγγέλλω αναδεικνύω αναπαριστώ αναφέρομαι ανιχνεύω αποτυπώνω διαβιβάζω διασαφηνίζω εκδηλώνω εκφράζω εξομολογούμαι επιδεικνύω καταδεικνύω μεταδίδω ξετρυπώνω παραθέτω περιγράφω πληροφορώ προβάλλω προσδιορίζω προσκομίζω υποδεικνύω βλέπω σημαίνω γνωρίζω εξηγώ αναφέρω ενημερώνω ανακαλύπτω ξεκαθαρίζω μοιράζομαι παρουσιάζω ειδοποιώ προδίδω αντιπροσωπεύω παριστάνω εμφανίζω απεικονίζω απογυμνώνω γνωστοποιώ διαδίδω διαλαλώ διαφημίζω διαφωτίζω επεξηγώ κατατοπίζω κοινοποιώ ξεγυμνώνω ξεδιπλώνω ονοματίζω προαναγγέλλω υποδηλώνω δημοσιοποιώ δημοσιεύω ανακοινώνω αναπαράγω διακρίνω διατυπώνω διευκρινίζω διηγούμαι λέγω μεταβιβάζω μοιράζω υπενθυμίζω λέω δείχνω βγάζω ονομάζω μετράω παραδέχομαι ξαναλέω συζητάω απαγγέλλω αποσαφηνίζω κατονομάζω κηρύσσω προφέρω συγκρίνω χαρακτηρίζω δηλώνω ομολογώ μαρτυρώ παραδίδω παρατηρώ ξεστομίζω διαρρέω φράζω
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ αποκρύπτω το γράμμα στο συρτάρι για να μην το βρει κανείς.
- Στη φορολογική δήλωση αποκρύπτω εισοδήματα, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει νομικές συνέπειες.
- Δεν αποκρύπτω την αλήθεια από τους συνεργάτες μου.
- Στη συνέντευξη αποκρύπτω την ανησυχία μου για να δείξω αυτοπεποίθηση.
- Στο λογισμικό αποκρύπτω προσωρινά κάποια πεδία για καθαρότερη εμφάνιση.