απόρριψη
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα της άρνησης αποδοχής πρότασης, αιτήματος, προϊόντος ή ιδέας.
2. Η διαδικασία της απομάκρυνσης ή απόρριψης υλικών και αποβλήτων ως μη χρήσιμων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αποδοχή έγκριση ακρόαση αναγνώριση αποθήκευση επιβεβαίωση κλήση παραλαβή παραχώρηση συγκατάθεση συμπαράσταση χορήγηση ψήφισμα αγκαλιά υποστήριξη πρόσκληση πρόταση διαπραγμάτευση κάλεσμα αποθέωση αφομοίωση δεκτικότητα επικύρωση καλωσόρισμα πάσο παραπομπή πρόσληψη υιοθέτηση παραδοχή ένταξη ανάληψη βεβαίωση διαπίστωση επιβράβευση επιδοκιμασία λατρεία πιστοποίηση συγχώρεση άδεια απόδειξη προσφορά ένταλμα αίτηση οντισιόν υπόσχεση γοητεία λήψη εφαρμογή συναλλαγή αξιολόγηση φιλοξενία ανεκτικότητα απορρόφηση αρέσκεια δικαιολόγηση εκλογή επανένταξη ντιλ σύμφωνο υποδοχή συμφωνία ενσωμάτωση ανοχή διαβεβαίωση εξουσιοδότηση εξυπηρέτηση ομοφωνία πρόσβαση παράδοση άφεση περίθαλψη ταυτοποίηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόρριψη της πρότασής του με πλήγωσε.
- Έλαβα απόρριψη στην αίτηση για τη θέση εργασίας.
- Η απόρριψη αποβλήτων στον ποταμό απαγορεύεται.
- Η απόρριψη του μοσχεύματος ανησυχεί τους γιατρούς.
- Η απόρριψη του μηνύματος από τον διακομιστή σημαίνει ότι δεν παραδόθηκε.