συγχώρεση
ουσιαστικό1. Πράξη ή διαδικασία κατά την οποία κάποιος απαλλάσσει άλλο από το αίσθημα οφειλής, τιμωρίας ή ποινής, αποδεχόμενος ή παραβλέποντας την προσβολή ή το σφάλμα του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ζήτησε συγχώρεση για το λάθος του.
- Η μητέρα του του έδωσε συγχώρεση και τον αγκάλιασε.
- Πήγε στην εκκλησία για να ζητήσει συγχώρεση από τον Θεό.
- Η κυβέρνηση ανακοίνωσε συγχώρεση για ορισμένους κρατούμενους.
- Χωρίς συγχώρεση δύσκολα προχωράμε μπροστά.