διαπίστωση
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή διαδικασία κατά την οποία αναγνωρίζεται ή επιβεβαιώνεται κάτι με βάση παρατήρηση, εξέταση ή στοιχεία.
2. Το αποτέλεσμα ή το συμπέρασμα αυτής της ενέργειας, η παρατήρηση που δηλώνει ότι κάτι ισχύει ή συνέβη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαπίστωση του ελεγκτή ήταν ότι τα στοιχεία ήταν αναξιόπιστα.
- Έκανα τη διαπίστωση ότι πρέπει να αλλάξουμε στρατηγική.
- Η πρώτη διαπίστωση της έρευνας δείχνει αύξηση της ανεργίας.
- Με λύπη μου διατύπωσα τη διαπίστωση ότι οι προσπάθειες δεν απέδωσαν.
- Η διαπίστωση της πραγματικότητας τον ώθησε να αναθεωρήσει τις επιλογές του.