υπόσχεση
ουσιαστικό1. Δήλωση ή δέσμευση ότι κάποιος θα κάνει ή δεν θα κάνει κάτι στο μέλλον, συνήθως διατυπωμένη προφορικά ή γραπτά και με πρόθεση να τηρηθεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σου έδωσα την υπόσχεση ότι θα είμαι δίπλα σου.
- Έσπασε την υπόσχεση του και δεν εμφανίστηκε στη συνάντηση.
- Η υπόσχεση του δημάρχου για καλύτερους δρόμους έπεισε πολλούς ψηφοφόρους.
- Η υπόσχεση στο συμβόλαιο είναι νομικά δεσμευτική.
- Η υπόσχεση μιας νέας αρχής τον κράτησε αισιόδοξο.