πρόσβαση
ουσιαστικό1. Δυνατότητα εισόδου σε χώρο, περιοχή ή εγκατάσταση.
2. Δυνατότητα χρήσης ή αξιοποίησης πόρων, υπηρεσιών, πληροφοριών ή συστημάτων.
3. Διαδρομή ή πέρασμα που οδηγεί σε συγκεκριμένο σημείο, υπηρεσία ή δεδομένα.
Συνώνυμα
προσπέλαση προσβασιμότητα είσοδος σύνδεση δυνατότητα διέξοδος πάσο διάβαση διέλευση προσέγγιση διείσδυση εισχώρηση επικοινωνία άδεια δικαίωμα διαθεσιμότητα άνοιγμα παραβίαση υποστήριγμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πρόσβαση στην παραλία γίνεται από το νότιο μονοπάτι.
- Έχω πρόσβαση στα έγγραφα μέσω του εταιρικού δικτύου.
- Οι νέες πολιτικές βελτιώνουν την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη.
- Η πρόσβαση για ΑΜΕΑ στο κτίριο απαιτεί εγκατάσταση ράμπας.
- Δεν έχεις πρόσβαση στον λογαριασμό χωρίς τον σωστό κωδικό.