αίτηση
ουσιαστικό1. Έγγραφο ή προφορική δήλωση με την οποία ζητείται υπηρεσία, παροχή, έγκριση ή άλλη ενέργεια από αρμόδια αρχή, οργανισμό ή πρόσωπο.
Συνώνυμα
αίτημα υπόμνημα υπόμνηση υποβολή προσφυγή έκκληση παράκληση δέηση απαίτηση αγωγή διεκδίκηση επίκληση ερώτημα πρόταση υποψηφιότητα ζήτηση διαμαρτυρία προσφορά εφαρμογή επιστολή παραγγελία εκκρεμότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπέβαλα μια αίτηση για πρόσληψη στην εταιρεία.
- Η αίτηση για άδεια υποβλήθηκε στο γραφείο του διευθυντή.
- Οι κάτοικοι υπέγραψαν μια αίτηση για να ζητήσουν καλύτερο φωτισμό στη γειτονιά.
- Ο δικηγόρος κατέθεσε αίτηση ακύρωσης στο δικαστήριο.
- Το πρόγραμμα έστειλε μια αίτηση στον διακομιστή για να λάβει δεδομένα.