αξιολόγηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία συστηματικής εκτίμησης της ποιότητας, της αξίας ή της απόδοσης προσώπου, αντικειμένου, έργου ή διαδικασίας βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων.
Συνώνυμα
αποτίμηση εκτίμηση κριτική κρίση ανασκόπηση επιθεώρηση έλεγχος διάγνωση τεστ απολογισμός γνωμάτευση υπολογισμός βαθμολόγηση βαθμολογία εξέταση ανάλυση ταξινόμηση δοκιμασία δοκιμή επιμέτρηση αναθεώρηση τσεκάρισμα σκανάρισμα ζύγιση αναγνώριση γνώμη θεώρηση μελέτη επισκόπηση χαρακτηρισμός
Αντώνυμα
αγνόηση αμέλεια παραμέληση αδιαφορία απόρριψη άρνηση αποσιώπηση υποτίμηση υπερεκτίμηση αποφυγή σιωπή προκατάληψη
Παραδείγματα χρήσης
- Η αξιολόγηση των εργαζομένων θα γίνει την επόμενη εβδομάδα.
- Η αξιολόγηση του προγράμματος έδειξε βελτίωση στους δείκτες απόδοσης.
- Πρέπει να κάνουμε μια αντικειμενική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της έρευνας.
- Η αξιολόγηση των μαθητών περιλαμβάνει γραπτές δοκιμασίες και προφορικές παρουσιάσεις.
- Η ιατρική αξιολόγηση των συμπτωμάτων οδήγησε σε άμεση θεραπεία.